Οι παλιοί ελαλούσαν το. "Ο φόος φέρνει κόλαση". Επέρασα πολλές που τες προηγούμενες μέρες όπως οι παραπάνω Κυπραίοι (άτε ούλλοι κατακρίβειαν) μπροστά που την τηλεόραση. Ώρες πολλές να θωρώ αξιούριστους πολιτικούς με μαύρες σακούλες κάτω που τα μάθκια τους, δημοσιογράφους να χάνουν τες λέξεις που τες πολλές τες ώρες που μιλούν, οικονομολόγους, ειδικούς, διαφωνίες, σενάρια, σχέδια...Τόσες πολλές ώρες επέρασα μπροστά της που κάποια φάση έπιασα τον εαυτό μου να φαντασιώνεται να την πιάνω τζιαι να την σύρνω που το μπαλκόνι τζιαι να ηδονίζουμαι που τον ήχο της την ώρα που γίνεται κομμάθκια στην άσφαλτο. Επέρασα επίσης, όπως ούλλοι μας, πολλές ώρες να το συζητώ, να προσπαθώ να κατανοήσω οικονομικούς όρους που ποττέ εν με ετραβήσαν, να νευριάζω, να ξητιμάζω, ως τζιαι να βάλλω κατάρες (!) της Μέρκελ, του Σόιμπλε, της Δρακουλέσκου τζαι της παρέας τους. Το κυριότερο, επέρασα πολλές ώρες τρομοκρατίας. Θυμούμαι πώς ένιωσα το περασμένο Σάββατο όταν εξύπνησα που το χάραμα, μόνη μου ακόμα, πριν έρτει ο ψηλός-όμορφος που το ταξίδι τζιαι εδκιάβασα για το κούρεμα. Επειδή εν κατέχω οικονομικά (αν και τα δικά μου ξέρω πολλά καλά να τα διαχειρίζουμαι όπως μου λαλούν ούλλοι - τόσο καλά μάλιστα που ο ψηλός-όμορφος όρισε με την ελέγκτρια των λεφτών όοοοταν θα κτίσουμε) ενόμισα ότι εν εκατάλαβα τζιαι έπιασα κάποιον (τζιαι εξύπνησα τον σαν εν είσιε ιδέα) τζιαι εξήγησε μου τι εν τούτο το κούρεμα. Τζιαι άμαν εκατάλαβα τζιαι έμπηκα σε τούτον τον κυκεώνα της τηλεόρασης, το πρώτο μου αίσθημα ήταν η αγανάκτηση. Εν θα πω ψέμα, στην αρκή εσκέφτηκα το εγωιστικά, "γιατί ρε κουμπάρε να μου πιάσουν τα λεφτά μου, που τζείνα που μου εδώκαν στο γάμο, που τζείνα που εμάζεψα με τη δουλειά μου που ήταν να τα χρησιμοποιήσω για το σπίτι μου? Γιατί να μου κόφκουν την ζωή μου? Πώς θα κάμω μωρό αφού τζιαι τούτο ακόμα επρογραμμάτισα το και με οικονομικά δεδομένα? Εγώ εν έχω εκατομμύρια ούτε έκλεψα ποττέ τίποτε!". Έτσι το εσκέφτηκα τζιαι έτσι το εξέφρασα.
Μετά που εκρύανα που τον θυμό ήρτε ένα πιο τρομερό αίσθημα, ο φόβος. Εν όπως το σκουλούτζι, τρώει σε σιγά σιγά ο φόβος. Γεμώνει τον νου σου τζαι φωσφορίζει όπως την λάμπα τζιαι μόνο τζείνο θωρείς, όπως τες ταπέλες στα παρακμιακά μπαράκια της Αγίας Νάπας που άμαν προσηλώσεις τα μάθκια σου πάνω τους εν μπορείς να δεις τίποτε άλλο γύρω σου. Τούτο το αίσθημα κάμνει σε να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου (ασχέτως ότι νομίζεις ότι φοάσαι για την οικογένεια σου, την πατρίδα σου κτλ, εν για την επίδραση που θα έσιει σε εσένα που φοάσαι ουσιαστικά) τζιαι τελικά αφήνει σε μόνο σου, εν έσιεις πλέον κανέναν. Ο φόβος έννεν ανθρώπινο συναίσθημα καθόλου! Κατακρίβειαν κάμνει να σε ξιχάνεις ότι είσαι άνθρωπος, γίνεσαι κάτι άλλο, ένας αριθμός, ένα σύμβολο, βάλλει σου ταπέλλα "καταναλωτής" , "καταθέτης". Κάμνει σε να σκέφτεσαι απάνθρωπα.
Φόβος για το μέλλον μου, για το μέλλον ούλλων μας. Θα υπάρχουμε αύριο?
Να σας πω κάτι όμως? Εσταμάτησα να φοούμαι. Τούτο τωρά για μένα ετέλειωσε οριστικά. Διότι ανάμεσα σε τούτα ούλλα που εγίναν την εβδομάδα που επέρασε, εγώ έζησα και ένα προσωπικό γεγονός. Μιαν αρρώστια πολλά δύσκολη, την πιο δύσκολη που επέρασα ως τωρά. Με αφόρητους πόνους, μέχρι λιποθυμίας πόνους, που με οδήγησε μιαν νύχτα στες πρώτες βοήθειες, με μιαν φάτσα ολόασπρη, αδύναμη, έναν οργανισμό καταπονημένο όσο δεν πάει. Έπεφτα σε λήθαργο ούλλη μέρα. Μπροστά που την τηλεόραση. Που με οδήγησε να θωρώ εφιάλτες. Έγκλειστη σπίτι για μια βδομάδα σχεδόν με το μόνο πλάσμα που είχα κοντά μου τον άντρα μου. Που με επρόσεχε σαν τα μάθκια του, που με ετάιζε με το κουτάλι, που έκαμνε τες δουλειές ούλλες, που μου εχαΐδευκε την πλάτη μου την ώρα που έκαμνα εμετό, που μου εκράταν το σιέρι την ώρα που μου εβάλλαν ένεση, που έκατσε μες το μπάνιο μαζί μου ώσπου να τελειώσω μήπως τζιαι ζαλιστώ τζιαι πέσω, που μου εφίλαν τα μαλλιά να με ανακουφίσει, που μου έκαμνε τον καραγκιόζη για να δει ένα χαμόγελο. Τζιαι τούτα ούλλα "είδα" τα στην πραγματική τους διάσταση, όι την ώρα που εθώρουν την αγωνία του για μένα μες τα μάθκια του αλλά σήμερα το πρωί που εσηκώστηκα τζιαι επίτελους ήμουν καλά τζιαι εγύρισα, είδα τον τζιαι εχαμογέλασα του τζιαι είδα ούλλο του το πρόσωπο να φωτίζεται τζιαι να λαλεί "έτην ρε, εχαμογέλασε!!".
Τζιαι έτσι απλά ο φόος ο δικός μου εγίνηκε αγάπη.
Διότι τι σημασία έσιει οτιδήποτε στη ζωή μου τωρά αν τούτος ο υπέροχος άνθρωπος, τζιαι τόσοι άλλοι στη ζωή μου, εν υπάρχουν? Αν η αγάπη μας εν υπήρχε τι σημασία θα έσιει οτιδήποτε άλλο? Εγώ ό,τι τζιαι να γίνει, πάλε θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Εν θα υπάρχω όταν θα πεθάνω τζιαι ακόμα τζιαι τότε πάλε πιστεύκω ότι θα υπάρχω! Αν ο παπάς μου τζιαι τόσοι άλλοι εζήσαν μήνες ολόκληρους σε καταυλισμούς μετά τον πόλεμο όταν εχάσαν τα πάντα τζιαι εν εννοώ μόνο υλικά αγαθά τζιαι επεζήσαν, αν αντέξε ο κόσμος να χάσει τα μωρά του, τα μωρά να χάσουν τους γονιούς τους τζιαι επεζήσαν, θα πάψουμε εμείς να υπάρχουμε αν χαθούν τα χρωματιστά χαρτούθκια τζιαι οι τράπεζες?
Εν είμαι πλέον δέσμια του φόβου, αρνούμαι να είμαι. Τζιαι τούτη η άρνηση μου, μόνο θετική είναι τζιαι αισιόδοξη.
Μεν με πείτε πελλή (ή πείτε με, εν πειράζει) αλλά τουλάχιστο προσπαθήστε τζιαι εσείς. Άλλη λύση εσείς τζιαι εγώ, εν έχουμε.
(Κολόνα μου και φίλε Διάσπορε, ευχαριστώ σας για την έμπνευση με τα αισιόδοξα κείμενα σας!)
Μετά που εκρύανα που τον θυμό ήρτε ένα πιο τρομερό αίσθημα, ο φόβος. Εν όπως το σκουλούτζι, τρώει σε σιγά σιγά ο φόβος. Γεμώνει τον νου σου τζαι φωσφορίζει όπως την λάμπα τζιαι μόνο τζείνο θωρείς, όπως τες ταπέλες στα παρακμιακά μπαράκια της Αγίας Νάπας που άμαν προσηλώσεις τα μάθκια σου πάνω τους εν μπορείς να δεις τίποτε άλλο γύρω σου. Τούτο το αίσθημα κάμνει σε να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου (ασχέτως ότι νομίζεις ότι φοάσαι για την οικογένεια σου, την πατρίδα σου κτλ, εν για την επίδραση που θα έσιει σε εσένα που φοάσαι ουσιαστικά) τζιαι τελικά αφήνει σε μόνο σου, εν έσιεις πλέον κανέναν. Ο φόβος έννεν ανθρώπινο συναίσθημα καθόλου! Κατακρίβειαν κάμνει να σε ξιχάνεις ότι είσαι άνθρωπος, γίνεσαι κάτι άλλο, ένας αριθμός, ένα σύμβολο, βάλλει σου ταπέλλα "καταναλωτής" , "καταθέτης". Κάμνει σε να σκέφτεσαι απάνθρωπα.
Φόβος για το μέλλον μου, για το μέλλον ούλλων μας. Θα υπάρχουμε αύριο?
Να σας πω κάτι όμως? Εσταμάτησα να φοούμαι. Τούτο τωρά για μένα ετέλειωσε οριστικά. Διότι ανάμεσα σε τούτα ούλλα που εγίναν την εβδομάδα που επέρασε, εγώ έζησα και ένα προσωπικό γεγονός. Μιαν αρρώστια πολλά δύσκολη, την πιο δύσκολη που επέρασα ως τωρά. Με αφόρητους πόνους, μέχρι λιποθυμίας πόνους, που με οδήγησε μιαν νύχτα στες πρώτες βοήθειες, με μιαν φάτσα ολόασπρη, αδύναμη, έναν οργανισμό καταπονημένο όσο δεν πάει. Έπεφτα σε λήθαργο ούλλη μέρα. Μπροστά που την τηλεόραση. Που με οδήγησε να θωρώ εφιάλτες. Έγκλειστη σπίτι για μια βδομάδα σχεδόν με το μόνο πλάσμα που είχα κοντά μου τον άντρα μου. Που με επρόσεχε σαν τα μάθκια του, που με ετάιζε με το κουτάλι, που έκαμνε τες δουλειές ούλλες, που μου εχαΐδευκε την πλάτη μου την ώρα που έκαμνα εμετό, που μου εκράταν το σιέρι την ώρα που μου εβάλλαν ένεση, που έκατσε μες το μπάνιο μαζί μου ώσπου να τελειώσω μήπως τζιαι ζαλιστώ τζιαι πέσω, που μου εφίλαν τα μαλλιά να με ανακουφίσει, που μου έκαμνε τον καραγκιόζη για να δει ένα χαμόγελο. Τζιαι τούτα ούλλα "είδα" τα στην πραγματική τους διάσταση, όι την ώρα που εθώρουν την αγωνία του για μένα μες τα μάθκια του αλλά σήμερα το πρωί που εσηκώστηκα τζιαι επίτελους ήμουν καλά τζιαι εγύρισα, είδα τον τζιαι εχαμογέλασα του τζιαι είδα ούλλο του το πρόσωπο να φωτίζεται τζιαι να λαλεί "έτην ρε, εχαμογέλασε!!".
Τζιαι έτσι απλά ο φόος ο δικός μου εγίνηκε αγάπη.
Διότι τι σημασία έσιει οτιδήποτε στη ζωή μου τωρά αν τούτος ο υπέροχος άνθρωπος, τζιαι τόσοι άλλοι στη ζωή μου, εν υπάρχουν? Αν η αγάπη μας εν υπήρχε τι σημασία θα έσιει οτιδήποτε άλλο? Εγώ ό,τι τζιαι να γίνει, πάλε θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Εν θα υπάρχω όταν θα πεθάνω τζιαι ακόμα τζιαι τότε πάλε πιστεύκω ότι θα υπάρχω! Αν ο παπάς μου τζιαι τόσοι άλλοι εζήσαν μήνες ολόκληρους σε καταυλισμούς μετά τον πόλεμο όταν εχάσαν τα πάντα τζιαι εν εννοώ μόνο υλικά αγαθά τζιαι επεζήσαν, αν αντέξε ο κόσμος να χάσει τα μωρά του, τα μωρά να χάσουν τους γονιούς τους τζιαι επεζήσαν, θα πάψουμε εμείς να υπάρχουμε αν χαθούν τα χρωματιστά χαρτούθκια τζιαι οι τράπεζες?
Εν είμαι πλέον δέσμια του φόβου, αρνούμαι να είμαι. Τζιαι τούτη η άρνηση μου, μόνο θετική είναι τζιαι αισιόδοξη.
Μεν με πείτε πελλή (ή πείτε με, εν πειράζει) αλλά τουλάχιστο προσπαθήστε τζιαι εσείς. Άλλη λύση εσείς τζιαι εγώ, εν έχουμε.
(Κολόνα μου και φίλε Διάσπορε, ευχαριστώ σας για την έμπνευση με τα αισιόδοξα κείμενα σας!)